einkaufen
Pronunciation
/ˈaɪ̯nˌkaʊ̯fən/

Ορισμός και σημασία του "einkaufen"στα γερμανικά

einkaufen
01

κάνω τα ψώνια, πάω για ψώνια

Lebensmittel oder Waren im Geschäft kaufen
einkaufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
kaufen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kaufe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
kauft ein
ενεστώτα μετοχή
einkaufend
απλός αόριστος
kaufte ein
παθητική μετοχή
eingekauft
Παραδείγματα
Wir wollen zusammen einkaufen gehen.
Θέλουμε να πάμε ψώνια μαζί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store