der einkauf
ein
ˈa:n
an
kauf
kaʊf
kawf
einlauf

Ορισμός και σημασία του "einkauf"στα γερμανικά

01

αγορά, προμήθεια

Der Vorgang, Waren oder Dinge zu kaufen 
der Einkauf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einkauf(e)s
πληθυντικός τύπος
Einkäufe
Παραδείγματα
Der Einkauf im Supermarkt dauert eine Stunde. 

Η αγορά στο σούπερ μάρκετ διαρκεί μία ώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store