Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einkauf
01
αγορά, προμήθεια
Der Vorgang, Waren oder Dinge zu kaufen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einkäufe
γενική πτώση
Einkauf(e)s
Παραδείγματα
Der Einkauf im Supermarkt dauert eine Stunde.
Η αγορά στο σούπερ μάρκετ διαρκεί μία ώρα.
LanGeek



























