eilig
eilig
aɪ̯lɪk
ailik
ekligeisigeinig

Ορισμός και σημασία του "eilig"στα γερμανικά

01

βιαστικός, επείγων

Schnell und mit Zeitdruck 
eilig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am eiligsten
συγκριτικός βαθμός
eiliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zeit, Geschwindigkeit, Kommunikation
Παραδείγματα
Er hat eine eilige Nachricht geschickt. 

Έστειλε ένα επείγον μήνυμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store