eilen
eilen
aɪ̯lɐn
ailn
eineneigeneisen

Ορισμός και σημασία του "eilen"στα γερμανικά

01

βιάζομαι, σπεύδω

Sich schnell bewegen oder handeln, weil Zeit knapp ist oder etwas dringend ist 
eilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
eile
γ΄ ενικό πρόσωπο
eilt
ενεστώτα μετοχή
eilend
απλός αόριστος
eilte
παθητική μετοχή
geeilt
Παραδείγματα
Ich eile zur Bahn, sonst verpasse ich den Zug! 

Βιάζομαι προς το τρένο, αλλιώς θα το χάσω!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store