Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eilen
01
βιάζομαι, σπεύδω
Sich schnell bewegen oder handeln, weil Zeit knapp ist oder etwas dringend ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
eile
γ΄ ενικό πρόσωπο
eilt
ενεστώτα μετοχή
eilend
απλός αόριστος
eilte
παθητική μετοχή
geeilt
Παραδείγματα
Die Ärzte eilten dem Verletzten zu helfen.
Οι γιατροί βιάστηκαν να βοηθήσουν τον τραυματία.



























