dünn
dünn
dʏn
dun

Ορισμός και σημασία του "dünn"στα γερμανικά

01

λεπτός, αδύνατος

Mit wenig Körperfett oder schmal gebaut 
dünn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dünnste-
συγκριτικός βαθμός
dünner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ist sehr dünn und groß. 

Είναι πολύ λεπτή και ψηλή.

02

λεπτός, αδύνατος

Mit geringer Dicke oder Stärke 
dünn definition and meaning
Παραδείγματα
Das Papier ist sehr dünn. 

Το χαρτί είναι πολύ λεπτό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store