Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Dynamik
01
auf Veränderung oder Entwicklung gerichtete antreibende Kraft , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Dynamik
πληθυντικός τύπος
Dynamiken
Παραδείγματα
Die Dynamik der wirtschaftlichen Entwicklung hat deutlich zugenommen.



























