der durst
durst
dʊʁst
doorst
dunst

Ορισμός και σημασία του "durst"στα γερμανικά

01

δίψα

Das Gefühl, wenn der Körper Wasser braucht 
der Durst definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Durst(e)s
Παραδείγματα
Ich habe Durst. 

Διψάω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store