Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durchtrieben
01
πανούργος, πονηρός
Schlau und hinterlistig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am durchtriebensten
συγκριτικός βαθμός
durchtriebener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist ein durchtriebener Geschäftsmann.
Είναι ένας πονηρός επιχειρηματίας.



























