durchtrieben
durchtrieben
dʊɐ̯çtʁi:bɐn
doochtribn

Ορισμός και σημασία του "durchtrieben"στα γερμανικά

durchtrieben
01

πανούργος, πονηρός

Schlau und hinterlistig 
durchtrieben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am durchtriebensten
συγκριτικός βαθμός
durchtriebener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Charakter, Verhalten, Strategie
Παραδείγματα
Er ist ein durchtriebener Geschäftsmann. 

Είναι ένας πονηρός επιχειρηματίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store