durchschlafen

Ορισμός και σημασία του "durchschlafen"στα γερμανικά

durchschlafen
01

κοιμάμαι χωρίς διακοπή, κοιμάμαι όλη τη νύχτα

Ohne Unterbrechung schlafen, die ganze Nacht hindurch
durchschlafen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
durch
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
durchschlafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
durchschläft
ενεστώτα μετοχή
durchschlafend
απλός αόριστος
durchschlief
παθητική μετοχή
durchgeschlafen
Παραδείγματα
Viele Menschen wünschen sich, einfach mal durchzuschlafen.
Πολλοί άνθρωποι εύχονται να μπορούσαν απλώς να κοιμηθούν αδιάκοπα όλη τη νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store