Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durchschlafen
01
κοιμάμαι χωρίς διακοπή, κοιμάμαι όλη τη νύχτα
Ohne Unterbrechung schlafen, die ganze Nacht hindurch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
durch
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
durchschlafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
durchschläft
ενεστώτα μετοχή
durchschlafend
απλός αόριστος
durchschlief
παθητική μετοχή
durchgeschlafen
Παραδείγματα
Ich habe endlich acht Stunden durchgeschlafen.
Επιτέλους κοιμήθηκα αδιάκοπα για οκτώ ώρες.
Λεξικό Δέντρο
durchschlafen
durch
schlafen



























