durchschlafen
durch
ˈdʊrç
doorch
schlafen
ˌʃla:fɱ
shlafm
durchschlagen

Ορισμός και σημασία του "durchschlafen"στα γερμανικά

durchschlafen
01

κοιμάμαι χωρίς διακοπή, κοιμάμαι όλη τη νύχτα

Ohne Unterbrechung schlafen, die ganze Nacht hindurch 
durchschlafen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
durch
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
durchschlafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
durchschläft
ενεστώτα μετοχή
durchschlafend
απλός αόριστος
durchschlief
παθητική μετοχή
durchgeschlafen
Παραδείγματα
Ich habe endlich acht Stunden durchgeschlafen. 

Επιτέλους κοιμήθηκα αδιάκοπα για οκτώ ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store