Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durcheinander
01
ακατάστατα, σε αταξία
Nicht in Ordnung
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Er redete durcheinander und machte keinen Sinn.
Μιλούσε ανακατεμένα και δεν έβγαζε νόημα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ακατάστατα, σε αταξία