Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durcheinander
01
ακατάστατα, σε αταξία
Nicht in Ordnung
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Die Kinder haben das Zimmer ganz durcheinander gebracht.
Τα παιδιά έκαναν το δωμάτιο εντελώς ακατάστατο.



























