das dorf
dorf
dɔʁf
ντορφ

Ορισμός και σημασία του "dorf"στα γερμανικά

01

χωριό, κωμόπολη

Eine kleine Siedlung mit wenigen Häusern und oft ländlicher Umgebung 
das Dorf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Dörfer
γενική πτώση
Dorf(e)s
Παραδείγματα
Ich wohne in einem kleinen Dorf. 

Ζω σε ένα μικρό χωριό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store