Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dom
01
καθεδρικός ναός, τρούλος
Eine große, oft sehr alte und bedeutende Kirche, meist mit besonderer Architektur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Dom(e)s
πληθυντικός τύπος
Dome
Παραδείγματα
Der Dom beeindruckt durch seine hohen Türme und bunten Fenster.
Ο καθεδρικός ναός εντυπωσιάζει με τους ψηλούς πύργους και τα πολύχρωμα παράθυρά του.



























