der dom
dom
do:m
dom
dumm

Ορισμός και σημασία του "dom"στα γερμανικά

01

καθεδρικός ναός, τρούλος

Eine große, oft sehr alte und bedeutende Kirche, meist mit besonderer Architektur 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Dome
γενική πτώση
Dom(e)s
Παραδείγματα
Der Kölner Dom ist eines der bekanntesten Bauwerke Deutschlands. 

Ο καθεδρικός ναός της Κολωνίας είναι ένα από τα πιο γνωστά κτίρια της Γερμανίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store