dolmetschen
dol
ˈdɔl
dawl
me
me
tschen
ʧən
chēn

Ορισμός και σημασία του "dolmetschen"στα γερμανικά

dolmetschen
01

διερμηνεύω, μεταφράζω προφορικά

Sprachlich mündlich übersetzen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dolmetsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
dolmetscht
ενεστώτα μετοχή
dolmetschend
απλός αόριστος
dolmetschte
παθητική μετοχή
gedolmetscht
Παραδείγματα
Sie dolmetscht auf der Konferenz. 

Αυτή διερμηνεύει στη διάσκεψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store