Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dolmetschen
01
διερμηνεύω, μεταφράζω προφορικά
Sprachlich mündlich übersetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dolmetsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
dolmetscht
ενεστώτα μετοχή
dolmetschend
απλός αόριστος
dolmetschte
παθητική μετοχή
gedolmetscht
Παραδείγματα
Sie dolmetscht auf der Konferenz.
Αυτή διερμηνεύει στη διάσκεψη.



























