der doktor
doktor
dɔkto:ɐ
dawkto
Dr.

Ορισμός και σημασία του "doktor"στα γερμανικά

01

γιατρός, δόκτωρ

Eine Person, die Krankheiten behandelt 
der Doktor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Doktoren
αρσενικό ενικό
Doktor
θηλυκό ενικό
Doktorin
neutral form
Ärztin/Arzt
γενική πτώση
Doktors
Παραδείγματα
Der Doktor hilft mir. 

Ο γιατρός με βοηθά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store