die diät
diät
di:ɛt
diet

Ορισμός και σημασία του "diät"στα γερμανικά

01

δίαιτα, διατροφή

Eine spezielle Ernährung, meist zum Abnehmen oder aus gesundheitlichen Gründen 
die Diät definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Diäten
γενική πτώση
Diät
Παραδείγματα
Sie macht eine Diät, um Gewicht zu verlieren. 

Κάνει δίαιτα για να χάσει βάρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store