differenzieren
di
di
ffe
ren
ʁɛn
ren
zie
ˈtsi:
tsi
ren
ʁən
rēn

Ορισμός και σημασία του "differenzieren"στα γερμανικά

differenzieren
01

διαφοροποιώ, διακρίνω

Unterschiede erkennen, trennen oder gezielt behandeln 
differenzieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
differenziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
differenziert
ενεστώτα μετοχή
differenzierend
απλός αόριστος
differenzierte
παθητική μετοχή
differenziert
Παραδείγματα
Man muss zwischen Fakten und Meinungen differenzieren. 

Πρέπει να διαφοροποιούμε μεταξύ γεγονότων και απόψεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store