Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
differenzieren
[past form: differenzierte]
01
διαφοροποιώ, διακρίνω
Unterschiede erkennen, trennen oder gezielt behandeln
Παραδείγματα
Die Politik sollte stärker differenzieren statt pauschalisieren.
Η πολιτική πρέπει να διαφοροποιεί περισσότερο αντί να γενικεύει.


























