differenzieren
Pronunciation
/ˌdɪfəʁɛnˈt͡siːʁən/

Ορισμός και σημασία του "differenzieren"στα γερμανικά

differenzieren
01

διαφοροποιώ, διακρίνω

Unterschiede erkennen, trennen oder gezielt behandeln
differenzieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
differenziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
differenziert
ενεστώτα μετοχή
differenzierend
απλός αόριστος
differenzierte
παθητική μετοχή
differenziert
Παραδείγματα
Die Politik sollte stärker differenzieren statt pauschalisieren.
Η πολιτική πρέπει να διαφοροποιεί περισσότερο αντί να γενικεύει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store