Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
differenzieren
01
διαφοροποιώ, διακρίνω
Unterschiede erkennen, trennen oder gezielt behandeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
differenziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
differenziert
ενεστώτα μετοχή
differenzierend
απλός αόριστος
differenzierte
παθητική μετοχή
differenziert
Παραδείγματα
Man muss zwischen Fakten und Meinungen differenzieren.
Πρέπει να διαφοροποιούμε μεταξύ γεγονότων και απόψεων.



























