Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
differenzieren
[past form: differenzierte]
01
διαφοροποιώ, διακρίνω
Unterschiede erkennen, trennen oder gezielt behandeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
differenziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
differenziert
ενεστώτα μετοχή
differenzierend
απλός αόριστος
differenzierte
παθητική μετοχή
differenziert
Παραδείγματα
Die Politik sollte stärker differenzieren statt pauschalisieren.
Η πολιτική πρέπει να διαφοροποιεί περισσότερο αντί να γενικεύει.



























