der diesel
diesel
di:zl
dizl

Ορισμός και σημασία του "diesel"στα γερμανικά

01

ντίζελ

Der Kraftstoff für Dieselmotoren 
der Diesel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Diesel
γενική πτώση
Diesel
Παραδείγματα
Lkw fahren meist mit Diesel. 

Τα φορτηγά συνήθως λειτουργούν με ντίζελ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store