Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dienst
01
βάρδια, υπηρεσία
Eine festgelegte Arbeitszeit, in der man arbeitet, z. B. Schichtarbeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Dienst(e)s
πληθυντικός τύπος
Dienste
Παραδείγματα
Sie hat den Dienst gewechselt.
Άλλαξε τη βάρδια της.
02
υπηρεσία, βοήθεια
Das Helfen oder Arbeiten für jemanden, z. B. Service oder Bedienung
Παραδείγματα
Der Dienst im Restaurant war sehr freundlich.
Η εξυπηρέτηση στο εστιατόριο ήταν πολύ φιλική.



























