dienen
Pronunciation
/ˈdiːnən/

Ορισμός και σημασία του "dienen"στα γερμανικά

dienen
01

εξυπηρετώ, εκπληρώνω μια λειτουργία

Eine Funktion erfüllen oder für einen bestimmten Zweck genutzt werden
dienen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
diene
γ΄ ενικό πρόσωπο
dient
ενεστώτα μετοχή
dienend
απλός αόριστος
diente
παθητική μετοχή
gedient
Παραδείγματα
Dieser Raum dient als Lager.
Αυτός ο χώρος χρησιμεύει ως περιοχή αποθήκευσης.
02

υπηρετώ

Jemandem oder etwas helfen, oft in einem offiziellen oder militärischen Kontext
dienen definition and meaning
Παραδείγματα
Sie dient den Armen freiwillig.
Εκείνη υπηρετεί τους φτωχούς εθελοντικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store