Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dienen
01
εξυπηρετώ, εκπληρώνω μια λειτουργία
Eine Funktion erfüllen oder für einen bestimmten Zweck genutzt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
diene
γ΄ ενικό πρόσωπο
dient
ενεστώτα μετοχή
dienend
απλός αόριστος
diente
παθητική μετοχή
gedient
Παραδείγματα
Dieser Raum dient als Lager.
Αυτός ο χώρος χρησιμεύει ως περιοχή αποθήκευσης.
02
υπηρετώ
Jemandem oder etwas helfen, oft in einem offiziellen oder militärischen Kontext
Παραδείγματα
Sie dient den Armen freiwillig.
Εκείνη υπηρετεί τους φτωχούς εθελοντικά.



























