Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Diebstahl
01
κλοπή, ληστεία
Die widerrechtliche Wegnahme fremden Eigentums mit der Absicht, es sich selbst oder Dritten zuzueignen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Diebstahl(e)s
πληθυντικός τύπος
Diebstähle
Παραδείγματα
Die Diebstähle in der Nachbarschaft haben zugenommen.
Οι κλοπές στη γειτονιά έχουν αυξηθεί.
Λεξικό Δέντρο
diebstahl
dieb
stahl



























