der diebstahl
diebstahl
di:pʃta:l
dipshtal

Ορισμός και σημασία του "diebstahl"στα γερμανικά

01

κλοπή, ληστεία

Die widerrechtliche Wegnahme fremden Eigentums mit der Absicht, es sich selbst oder Dritten zuzueignen 
der Diebstahl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Diebstähle
γενική πτώση
Diebstahl(e)s
Παραδείγματα
Der Diebstahl des Fahrrads wurde der Polizei gemeldet. 

Η κλοπή του ποδηλάτου αναφέρθηκε στην αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

diebstahl

dieb

+

stahl

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store