Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diagnostizieren
[past form: diagnostizierte]
01
διαγιγνώσκω, καθορίζω τη διάγνωση
Eine Krankheit oder medizinische Störung durch Untersuchung und Analyse feststellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
diagnostiziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
diagnostiziert
ενεστώτα μετοχή
diagnostizierend
απλός αόριστος
diagnostizierte
παθητική μετοχή
diagnostiziert
Παραδείγματα
Bei dem Kind wurde ADHS diagnostiziert.
Το παιδί διαγνώστηκε με ΔΕΠΥ.



























