der Deutscher
Deutscher
dɔʏʧɐ
dawuch

Ορισμός και σημασία του "Deutscher"στα γερμανικά

01

Γερμανός, Γερμανός πολίτης

Ein Mann, der aus Deutschland stammt oder dort die Staatsbürgerschaft hat 
der Deutscher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Deutschen
πληθυντικός τύπος
Deutsche(n)
Παραδείγματα
Er ist Deutscher. 

Είναι Γερμανός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store