das deutsch
deutsch
dɔʏ̯ʧ
dawuch

Ορισμός και σημασία του "deutsch"στα γερμανικά

01

γερμανικά, γερμανική γλώσσα

Sprache, die in Deutschland, Österreich und Teilen der Schweiz gesprochen wird 
das Deutsch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Deutsch(s)
Παραδείγματα
Ich spreche ein bisschen Deutsch. 

Μιλάω λίγα Γερμανικά.

01

γερμανικός, γερμανικός

Verbunden mit Deutschland, seiner Sprache oder Kultur 
deutsch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Geografie, Sprache, Kultur
Παραδείγματα
Er trinkt gern deutsches Bier. 

Του αρέσει να πίνει γερμανική μπύρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store