Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Depression
01
κατάθλιψη, καταθλιπτική διαταραχή
Eine schwere psychische Erkrankung, bei der man sich über längere Zeit traurig und hoffnungslos fühlt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Depression
πληθυντικός τύπος
Depressionen
Παραδείγματα
Ärzte erkennen Depressionen immer besser.
Οι γιατροί αναγνωρίζουν όλο και καλύτερα την κατάθλιψη.
02
ύφεση, οικονομική ύφεση
Eine lange Phase, in der die Wirtschaft nicht wächst oder schrumpft
Παραδείγματα
Eine Depression kann viele Unternehmen in Schwierigkeiten bringen.
Μια ύφεση μπορεί να βάλει πολλές επιχειρήσεις σε δυσκολία.
Λεξικό Δέντρο
depression
depress



























