die Demokratie
Pronunciation
/demokʁaˈtiː/

Ορισμός και σημασία του "demokratie"στα γερμανικά

Die Demokratie
[gender: feminine]
01

δημοκρατία, δημοκρατικό καθεστώς

Eine Regierungsform, in der das Volk die Macht hat
die Demokratie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Demokratie
πληθυντικός τύπος
Demokratien
Παραδείγματα
Die Demokratie erfordert aktive Beteiligung der Bevölkerung.
Η δημοκρατία απαιτεί την ενεργό συμμετοχή του πληθυσμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store