Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dauerauftrag
[gender: masculine]
01
μόνιμη εντολή, αυτόματη μεταφορά
Ein banktechnischer Auftrag, bei dem regelmäßig ein fester Betrag vom Konto des Zahlungspflichtigen an den Begünstigten überwiesen wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Dauerauftrag(e)s
πληθυντικός τύπος
Daueraufträge
Παραδείγματα
Der Dauerauftrag wurde wegen Kontodeckung gestoppt.
Η μόνιμη εντολή σταμάτησε λόγω ανεπαρκών κεφαλαίων.



























