der darm
darm
daʁm
νταρμ
darum

Ορισμός και σημασία του "darm"στα γερμανικά

01

έντερο, κοιλιά

Ein Teil des Verdauungssystems, der Nahrung weitertransportiert und Nährstoffe aufnimmt 
der Darm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Därme
γενική πτώση
Darms
Παραδείγματα
Der Darm ist viele Meter lang. 

Το έντερο έχει μήκος πολλών μέτρων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store