der dachboden
dach
ˈdax
dakh
boden
ˌbo:dn
bodn

Ορισμός και σημασία του "dachboden"στα γερμανικά

01

σοφίτα, υπόστεγο

Der Raum direkt unter dem Dach eines Hauses 
der Dachboden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Dachböden
γενική πτώση
Dachbodens
Παραδείγματα
Auf dem Dachboden lagern alte Möbel und Kisten. 

Στο πατάρι αποθηκεύονται παλιά έπιπλα και κουτιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store