der chemiker
chemiker
çe:mɪkɐ
chemik

Ορισμός και σημασία του "chemiker"στα γερμανικά

01

χημικός, ειδικός στη χημεία

Fachperson, die chemische Stoffe analysiert, Reaktionen erforscht und Anwendungen entwickelt 
der Chemiker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Chemiker
αρσενικό ενικό
Chemiker
θηλυκό ενικό
Chemikerin
neutral form
chemische Fachkraft
γενική πτώση
Chemikers
Παραδείγματα
Der Chemiker untersucht die Zusammensetzung von Stoffen. 

Ο χημικός μελετά τη σύνθεση των ουσιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store