der chef
chef
ʃɛf
σεφ
betreff

Ορισμός και σημασία του "chef"στα γερμανικά

01

αφεντικό, προϊστάμενος

Eine Person, die andere bei der Arbeit leitet 
der Chef definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Chefs
αρσενικό ενικό
Chef
θηλυκό ενικό
Chefin
neutral form
Vorgesetzter
γενική πτώση
Chefs
Παραδείγματα
Mein Chef ist sehr freundlich. 

Ο προϊστάμενός μου είναι πολύ φιλικός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store