der Cappuccino
Pronunciation
/ˌkapʊˈtʃiːno/

Ορισμός και σημασία του "cappuccino"στα γερμανικά

Der Cappuccino
[gender: masculine]
01

καπουτσίνο, καφές καπουτσίνο

Ein Kaffeegetränk aus Espresso und aufgeschäumter Milch, oft mit Kakaopulver bestreut
der Cappuccino definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Cappuccino(s)
πληθυντικός τύπος
Cappuccino(s)
Παραδείγματα
Ein Cappuccino passt gut zu einem Stück Kuchen.
Ένα καπουτσίνο ταιριάζει καλά με ένα κομμάτι κέικ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store