Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Cappuccino
[gender: masculine]
01
καπουτσίνο, καφές καπουτσίνο
Ein Kaffeegetränk aus Espresso und aufgeschäumter Milch, oft mit Kakaopulver bestreut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Cappuccino(s)
πληθυντικός τύπος
Cappuccino(s)
Παραδείγματα
Ein Cappuccino passt gut zu einem Stück Kuchen.
Ένα καπουτσίνο ταιριάζει καλά με ένα κομμάτι κέικ.



























