das café
café
kafe:
kafe
kaffee

Ορισμός και σημασία του "café"στα γερμανικά

01

καφενείο

Ein Ort, wo man Kaffee, Kuchen und kleine Snacks trinken oder essen kann 
das Café definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Cafés
γενική πτώση
Cafés
Παραδείγματα
Wir treffen uns im Café zum Frühstück. 

Συναντιόμαστε στο καφέ για πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store