der Bruch
Pronunciation
/bʀʊχ/

Ορισμός και σημασία του "bruch"στα γερμανικά

Der Bruch
[gender: masculine]
01

κάταγμα, ρήγμα

Das Zerbrechen eines Knochens oder Gegenstands
der Bruch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Brüche
Παραδείγματα
Die Behandlung des Bruchs dauerte mehrere Wochen.
Η θεραπεία του κατάγματος διήρκεσε αρκετές εβδομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store