der bruch
bruch
bʁʊx
brookh
brauchbrachbauch

Ορισμός και σημασία του "bruch"στα γερμανικά

01

κάταγμα, ρήγμα

Das Zerbrechen eines Knochens oder Gegenstands 
der Bruch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Brüche
Παραδείγματα
Er hat einen Bruch am Arm. 

Έχει κάταγμα στο χέρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store