Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Browser
01
ein Programm, mit dem man Internetseiten öffnen und ansehen kann
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Browsers
πληθυντικός τύπος
Browser
Παραδείγματα
Der Browser öffnet die Internetseite schnell.
Λεξικό Δέντρο
browser
browse



























