das Brot
Pronunciation
/bʁoːt/

Ορισμός και σημασία του "brot"στα γερμανικά

01

ψωμί, φραντζόλα

Ein Grundnahrungsmittel aus Mehl, Wasser und Hefe, oft gebacken
das Brot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Brot(e)s
πληθυντικός τύπος
Brote
Παραδείγματα
Es gibt viele Sorten Brot im Supermarkt.
Υπάρχουν πολλά είδη ψωμιού στο σούπερ μάρκετ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store