der briefträger
briefträger
bʁi:ftʁe:gɐ
briftreg

Ορισμός και σημασία του "briefträger"στα γερμανικά

Der Briefträger
01

ταχυδρόμος, διανομέας αλληλογραφίας

Eine Person, die Briefe und Pakete austrägt 
der Briefträger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Briefträger
αρσενικό ενικό
Briefträger
θηλυκό ενικό
Briefträgerin
neutral form
Postzusteller
γενική πτώση
Briefträgers
Παραδείγματα
Der Briefträger bringt jeden Morgen die Post. 

Ο ταχυδρόμος φέρνει το ταχυδρομείο κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store