die brieftasche
brief
ˈbʁi:f
brif
tasch
taʃ
tash
e
ə
ē

Ορισμός και σημασία του "brieftasche"στα γερμανικά

Die Brieftasche
01

πορτοφόλι, βαλάντιο

Eine kleine Tasche für Geld und Karten 
die Brieftasche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Brieftaschen
γενική πτώση
Brieftasche
Παραδείγματα
Ich habe meine Brieftasche verloren. 

Έχασα το πορτοφόλι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store