Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brennen
[past form: brannte]
01
καίω, φλέγομαι
Ein Feuer oder Licht abgeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
brenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
brennt
ενεστώτα μετοχή
brennend
απλός αόριστος
brannte
παθητική μετοχή
gebrannt
Παραδείγματα
Das Licht brennt im Wohnzimmer.
Το φως καίει στο σαλόνι.
02
καίω, πυρπολώ
Etwas mit Feuer oder Hitze zerstören oder anzünden
Παραδείγματα
Die Feuerwehr hat das brennende Haus gelöscht.
Η πυροσβεστική έσβησε το καιόμενο σπίτι.
03
καίω, φλέγομαι
Etwas wird von Feuer erfasst und gibt Licht und Wärme ab
Παραδείγματα
Das alte Gebäude hat gestern Abend gebrannt.
Το παλιό κτίριο κάηκε χθες το βράδυ.
04
είναι αναμμένο, φωτίζει
Licht durch eingeschalteten Betrieb abgeben
Παραδείγματα
Im Flur brennt dauerhaft ein Notlicht.
Καίει συνεχώς ένα φως έκτακτης ανάγκης στο διάδρομο.
05
καίω, εγγράφω
Daten mit einem Brenner auf einen CD/DVD-Rohling übertragen
Παραδείγματα
Früher brannte man oft CDs.
Παλιά, κατέγραφαν συχνά CD.



























