Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Boykott
01
bewusster Verzicht auf den Kauf oder die Nutzung von etwas
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Boykotts
Παραδείγματα
Die Verbraucher starteten einen Boykott der Marke.
LanGeek



























