Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boxen
01
πυγμαχώ, κάνω πυγμαχία
Ein Kampfsport, bei dem zwei Personen mit Handschuhen gegeneinander kämpfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
boxe
γ΄ ενικό πρόσωπο
boxt
ενεστώτα μετοχή
boxend
απλός αόριστος
boxte
παθητική μετοχή
geboxt
Παραδείγματα
Im Training boxen die Sportler gegeneinander.
Στην προπόνηση, οι αθλητές πυγμαχούν μεταξύ τους.



























