boxen
boxen
bɔksn
bawksn
bogenboden

Ορισμός και σημασία του "boxen"στα γερμανικά

01

πυγμαχώ, κάνω πυγμαχία

Ein Kampfsport, bei dem zwei Personen mit Handschuhen gegeneinander kämpfen 
boxen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
boxe
γ΄ ενικό πρόσωπο
boxt
ενεστώτα μετοχή
boxend
απλός αόριστος
boxte
παθητική μετοχή
geboxt
Παραδείγματα
Er lernt seit einem Jahr zu boxen. 

Μαθαίνει να μποξάρει εδώ και ένα χρόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store