Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bogen
01
τόξο, τοξοβολία
Ein gebogenes Stück Holz mit Sehne zum Pfeileschießen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bogens
πληθυντικός τύπος
Bögen
Παραδείγματα
Er schießt Pfeile mit dem Bogen.
Σκοπεύει βέλη με το τόξο.
02
φύλλο, μεγάλο φύλλο
Ein großes Blatt Papier
Παραδείγματα
Ich schreibe auf einem Bogen.
Γράφω σε ένα φύλλο.
03
gebogene, oft architektonische Form, die als Stütze oder Überdachung dient
Παραδείγματα
Das Gebäude hat einen großen Bogen.



























