der Bleistift
Pronunciation
/ˈblaɪ̯ʃtɪft/

Ορισμός και σημασία του "bleistift"στα γερμανικά

01

μολύβι, μολύβι γραφίτη

Ein Schreibgerät mit Graphitmine
der Bleistift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bleistift(e)s
πληθυντικός τύπος
Bleistifte
Παραδείγματα
Der Bleistift muss noch gespitzt werden.
Το μολύβι πρέπει ακόμα να ακονιστεί.

Λεξικό Δέντρο

bleistift

blei

+

stift

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store