der bleistift
blei
blaɪ
blai
stift
ʃtɪft
shtift

Ορισμός και σημασία του "bleistift"στα γερμανικά

01

μολύβι, μολύβι γραφίτη

Ein Schreibgerät mit Graphitmine 
der Bleistift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bleistifte
γενική πτώση
Bleistift(e)s
Παραδείγματα
Ich habe meinen Bleistift verloren. 

Έχασα το μολύβι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bleistift

blei

+

stift

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store