der binnenmarkt
binnenmarkt
bɪnənmaʁkt
binēnmarkt

Ορισμός και σημασία του "binnenmarkt"στα γερμανικά

Der Binnenmarkt
01

εσωτερική αγορά, εγχώρια αγορά

Der Markt innerhalb eines Landes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Binnenmärkte
γενική πτώση
Binnenmarktes
Παραδείγματα
Der Binnenmarkt fördert den Handel im Land. 

Η εσωτερική αγορά προωθεί το εμπόριο εντός της χώρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store