das bingo
bin
ˈbɪn
μπιν
go
go
γκο
bongo

Ορισμός και σημασία του "bingo"στα γερμανικά

01

μπίνγκο, λόττο

als Zahlenspiel genutztes Los‑ oder Kartenfeld, bei dem zufällig gezogene Zahlen markiert werden 
das Bingo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Bingos
γενική πτώση
Bingos
Παραδείγματα
Viele ältere Menschen spielen gern Bingo. 

Πολλοί ηλικιωμένοι απολαμβάνουν να παίζουν μπίνγκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store