Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Bingo
[gender: neuter]
01
μπίνγκο, λόττο
als Zahlenspiel genutztes Los‑ oder Kartenfeld, bei dem zufällig gezogene Zahlen markiert werden
Παραδείγματα
Bingo gilt als soziales Spiel, das Gemeinschaftsgefühl und Unterhaltung verbindet.
Το Μπίνγκο θεωρείται κοινωνικό παιχνίδι που συνδυάζει το αίσθημα της κοινότητας και την ψυχαγωγία.



























