Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bibliografieren
01
παραθέτω, αναφέρομαι
Quellen systematisch erfassen und nach bestimmten Regeln in einem Literaturverzeichnis angeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bibliografiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
bibliografiert
ενεστώτα μετοχή
bibliografierend
απλός αόριστος
bibliografierte
παθητική μετοχή
bibliografiert
Παραδείγματα
Vergessen Sie nicht, die Webseiten im Anhang zu bibliografieren.
Μην ξεχάσετε να βιβλιογραφήσετε τους ιστότοπους στο παράρτημα.



























