die beute
beu
ˈbɔʏ
bawu
te
beatebeugebeule

Ορισμός και σημασία του "beute"στα γερμανικά

01

λάφυρο, κλεμμένα αγαθά

Die gestohlenen oder erbeuteten Sachen nach einem Diebstahl oder Raub 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Beute
Παραδείγματα
Die Polizei fand die Beute im Versteck. 

Η αστυνομία βρήκε τα λάφυρα στο κρησφύγετο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store