Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Beurteilung
01
κρίση, αξιολόγηση
Das Urteil oder die Einschätzung über etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Beurteilungen
γενική πτώση
Beurteilung
Παραδείγματα
Die Beurteilung des Berichts war fair.
Η αξιολόγηση της έκθεσης ήταν δίκαιη.
LanGeek



























