die beurteilung
beurteilung
bɔɪ̯ɐ̯taɪ̯lʊng
boytailoong

Ορισμός και σημασία του "beurteilung"στα γερμανικά

Die Beurteilung
01

κρίση, αξιολόγηση

Das Urteil oder die Einschätzung über etwas 
die Beurteilung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Beurteilungen
γενική πτώση
Beurteilung
Παραδείγματα
Die Beurteilung des Berichts war fair. 

Η αξιολόγηση της έκθεσης ήταν δίκαιη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store