das bett
bett
bɛt
bet
brett

Ορισμός και σημασία του "bett"στα γερμανικά

01

κρεβάτι, κλίνη

Ein Möbelstück zum Schlafen 
das Bett definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Betten
γενική πτώση
Bett(e)s
Παραδείγματα
Das Bett ist sehr bequem. 

Το κρεβάτι είναι πολύ άνετο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store