betrunken
betrunken
bətʁʊnkng
bētroonkng
betrinken

Ορισμός και σημασία του "betrunken"στα γερμανικά

01

μεθυσμένος, ζαλισμένος

Nicht mehr nüchtern, weil man Alkohol getrunken hat 
betrunken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am betrunkensten
συγκριτικός βαθμός
betrunkener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Alkohol, Gesundheit
Παραδείγματα
Er ist völlig betrunken. 

Είναι εντελώς μεθυσμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store