Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Betroffener
[gender: masculine]
01
ενδιαφερόμενο πρόσωπο, προσβεβλημένο πρόσωπο
Eine Person, die direkt von einem Ereignis, einer Entscheidung oder Situation betroffen ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Betroffene(n)
πληθυντικός τύπος
Betroffene(n)
Παραδείγματα
Der Betroffene zeigte Verständnis für die Entscheidung.
Ο ενδιαφερόμενος έδειξε κατανόηση για την απόφαση.



























